Λύκῳ συνήντα πιμελὴς κύων λίην. Ὁ δ᾽ αὐτὸν ἐξήταζε, ποῦ τραφεὶς οὕτω μέγας κύων ἐγένετο καὶ λίπους πλήρης. Ἄνθρωπος, » εἶπε, « δαψιλής με σιτεύει. Η Ὁ δέ σοι τράχηλος, » εἶπε, « πῶς ἐλευκώθη; Κλοιῷ τέτριπται σάρκα τῷ σιδηρείῳ, on ear leve για δ ἣν ὁ τροφεύς μοι περιτέθεικε χαλκεύσας. » Λύκος δ᾽ ἐπ' αὐτῷ καγχάσας, « Ἐγὼ τοίνυν χαίρειν κελεύω, » φησί, « τῇ τροφῇ ταύτῃ, δι᾽ ἣν σίδηρος τὸν ἐμὸν αὐχένα τρίψει. »